Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γειτονιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γειτονιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Ιαν 2019

Η Λεμεσός το 2019

Είχα γράψει πριν 9 ολόκληρα χρόνια αυτό εδώ το κείμενο για τη Λεμεσό που άλλαζε.
Από τότε έγιναν πάρα πολλές παρεμβάσεις στην πόλη που έχουν αλλιωσει την εμφάνιση ειδικά του πολύπαθου παραλιακού μετώπου, κτιστηκαν ουρανοξύστες, κάποιοι με φοβερή αισθητική, όπως ο οβάλ στη Νεάπολη.

13 Δεκ 2018

Η δικιά μου Αθήνα

Με αφορμή αυτό το κείμενο της λατρεμένης Ζυράννας Ζατέλη στο Athens Voice σκέφτηκα να γράψω κι εγώ για την Αθήνα που τόσο αγαπάω.
Πρώτη φορά βρέθηκα στην Αθήνα το 1990. Ήμουν 14 χρονών και μείναμε με τους γονείς μου και την αδελφή μου σε ένα διαμέρισμα που έβλεπε στον ακάλυπτο στα Κάτω Πατήσια. Πόσες ζωές μπορούσες να παρακολουθήσεις από το μικρό μπαλκονάκι!

9 Ιαν 2015

Οι δίπλα

Στη γειτονιά που μένουμε, όπου βρίσκεται το πατρικό μου, υπάρχουν ως επί τω πλείστω σπίτια. Οι ιδιοκτήτες μένουν εκεί για πολλές δεκαετίες με αποτέλεσμα λίγο πολύ όλοι να γνωρίζονται μεταξύ τους. Στο διπλανό σπίτι ο ιδιοκτήτης μένει στον πάνω όροφο και νοικιάζει το ισόγειο. Κατά καιρούς πέρασαν διαφόρων ειδών και ποιοτήτων ενοικιαστές από το σπίτι αυτό και λόγω του πόσο κοντά είναι στο σπίτι μας είχαμε την τύχη ή την ατυχία (ανάλογα) να γνωριστούμε με τους περισσότερους από αυτούς.

Φέτος το καλοκαίρι έφυγε ο αλλοδαπός νοικάρης που λόγω της φύσης της εργασίας του, έκανε πολύ θόρυβο και κακά τα ψέματα υπήρξε άμεση ανακούφιση που δε θα ενοχλούσε άλλο με τα σίδερα και τα φορτηγά του. Έμεινε το σπίτι για κάποιο καιρό ξενοίκιαστο και αναρωτιόμασταν ποιος θα μετακόμιζε και αν θα ήταν εξίσου, ή ακόμα χειρότερα, πιο θορυβώδης από τον προηγούμενο. 


26 Οκτ 2014

Το έρημο χωριουδάκι

Τις προάλλες πήγε ο πατέρας μου κι έμεινε δυο μέρες στο χωριό του παπού μου. Είναι ένα χωριουδάκι στην επαρχία Πάφου, κοντά στην Πόλη Χρυσοχούς. Μου είπε που λέτε ότι δεν υπάρχει πια κανένας που να μένει μόνιμα εκεί από τους παλιούς και θυμήθηκα όλες εκείνες τις κυρίες που ήταν φιλενάδες της γιαγιάς μου και τις επισκεπτόμασταν μαζί όταν πηγαίναμε διακοπές. Όλες όπως είναι λογικό όταν υπολογίσω τα χρόνια, αποδήμησαν εις Κύριο εδώ κι αρκετό καιρό και η τελευταία που ήταν η πιο μικρή από όλες κι αυτή πρόσφατα ακολούθησε. Αποτέλεσμα η γειτονιά εκεί να είναι έρημη εντελώς.



18 Οκτ 2014

Αθήνα αχ Αθήνα μου

Όπως ίσως έχω ξαναγράψει εδώ ήμουν φοιτήτρια στην Αθήνα στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και έφυγα αρχές του 2000 περίπου. Όσα χρόνια ήμουν εκεί πολλά θετικά βρήκα και πολλά μου άρεσαν τόσο που έκανα αρκετές προσπάθειες να μείνω βρίσκοντας δουλειά κτλ. 

Αυτό που μου άρεσε ήταν τελικά με άλλο μανδύα το ίδιο αυτό που μου τη σπάει (έτσι δεν πάει συνήθως;) κι αυτό είναι η μαχητικότητα του ελληνικού λαού που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του και ό,τι τον ενοχλεί το πολεμά όπως, όποτε και για όσο μπορεί. 


5 Ιαν 2014

H μοναξιά

Πριν κάμποσο καιρό σας είχα γράψει για την κυρία Μαρία και τον κύριο Αναξαγόρα. Από τότε πέρασε αρκετός καιρός και πριν κάποιους μήνες, το καλοκαίρι που μας πέρασε η κυρία Μαρία πέθανε. Υπέφερε αρκετά, ειδικά προς το τέλος και ήρθε ο καιρός ν' αναπαυτεί. 


8 Φεβ 2013

Η Λία κι ο Θωμάς

Γνώρισα τη Λία μέσω ενός πρώην συναδέλφου του άντρα μου. Ήταν κοντούλα και στρουμπουλή κι ο Θωμάς, ψηλός και μελαχρινός την είχε γνωρίσει μέσω ροζ αγγελίας σε εφημερίδα. Πριν τη γνωρίσει είχε προτίμηση στο ανδρικό φύλο και η αγγελία ήταν η προσπάθεια του να γνωρίσει μια γυναίκα, να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Όνειρο της μάνας του που είχε έρθει κάποιο καιρό πριν να τον επισκεφτεί.
Όπως και να'χει εκείνη είδε την αγγελία του (ιδέα δεν έχω τι έγραφε) τόλμησε και τον πήρε τηλ και τα έφτιαξαν.

24 Ιουλ 2012

Ο Λάμπης κι εγώ

Όταν ήμουν πολύ μικρή, πριν πάω σχολείο είχα ένα φίλο. Τον έλεγαν Λάμπη και έμενε στο διπλανό σπίτι με τους γονείς του και τους δυο αδελφούς του, είχε ένα μεγαλύτερο κι ένα μικρότερο. Είχαμε την ίδια ηλικία και παίζαμε κάθε μέρα μαζί. Σε κάθε ζαβολιά που σκαρφιζόταν τον ακολουθούσα κι εκείνος το ίδιο όταν σκαρφιζόμουν εγώ ζαβολιές. Παίζαμε το ανδρόγυνο συχνά, πετούσαμε νερό στα αυτοκίνητα των περαστικών - τότε δεν είχε τόσα πολλά όσο τώρα. Μια φορά μου ήρθε να κόψουμε τα φύλλα της μπανανιάς της γειτόνισσας του απ'την άλλη μεριά. Αυτή η μπανανιά ποτέ δεν είχε κάνει μπανάνες. Μας μάλλωσε άγρια η γριά και οι μαμάδες μας για το κόψιμο όμως ήταν η μόνη χρονιά που έβγαλε μπανάνες.. μετά την έκοψαν.

28 Μαρ 2012

Οι περίεργοι

Σας έχω γράψει κατά καιρούς για τους γείτονες στη γειτονιά που μεγάλωσα όμως έχω αφήσει έξω τους πιο χαρακτηριστικούς και σπαστικούς, τους Περίεργους. Το παρατσούκλι δεν είναι καθόλου τυχαίο αφού η Περιέργεια τους είναι παροιμιώδης. Ο Πατέρας-Περίεργος ή σκέττο Περίεργος κάθεται όλους τους μήνες στη βεράντα και παρακολουθεί τα τεκτενόμενα στη γειτονιά απ'την ώρα που θα ξυπνήσει ως την ώρα που θα πάει για ύπνο - είναι συνταξιούχος τα τελευταία 15 χρόνια τουλάχιστον και έχει την ώρα να το κάνει αυτό, αλλά τον θυμάμαι πολύ καλά και πιο παλιά που δούλευε που έπιανε 'πρώτο τραπέζι πίστα' στη βεράντα μόλις σχόλναγε. 

28 Δεκ 2011

Καλήν εσπέρα άρχοντες...στο σπίτι μας μην 'ρθειτε..!

Διάβασα σ'ένα μπλογκ για κάλαντα και θυμήθηκα τι γινόταν παλιά αν κάποιος είχε την.. ατυχία να επιλέξει το σπίτι μας για να πει τα κάλαντα. 

Καταρχήν να διευκρινήσω ότι η μάνα μου άνοιγε τις περισσότερες φορές την πόρτα όταν κτυπούσαν για να πουν τα κάλαντα. Όταν έμενα στο πατρικό μου το απέφευγα και από μια ηλικία και μετά, συνήθως κλεινόμουν στο δωμάτιο μου μέχρι να φύγουν τα παιδιά, για ευνόητους λόγους όπως θα καταλάβετε πιο κάτω. 

10 Δεκ 2011

Μη με συγκρίνεις μάτια μου!*

Όταν ήμουν μικρή η μάνα μου πάντα έκανε συγκρίσεις του εαυτού της και εμάς των παιδιών της, με άλλες οικογένειες και παιδιά που ήξερε. Πάντα τα συμπεράσματα που έβγαζε ήταν εναντίον μας. Κάποιες φορές ήταν περήφανη για μας, αλλά ποτέ δε μας το έδειχνε εκτός κι αν χρειαζόταν να το κάνει για να εντυπωσιάσει τους γνωστούς της. (Πάντα μου την έσπαγε όταν με έβαζε να κάνω κάτι μπροστά σε άλλους -να πω ένα ποιημάτακι π.χ. - σε μια συγκέντρωση για να δείξω τι καλή μου ήμουν, ένιωθα άβολα, σαν πιθηκάκι κι ας μην ήξερα τότε γιατί δε μου άρεσε τόσο πολύ αυτό που έκανε),

Όπως και να'χει ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να συγκρίνει και να συγκρίνεται και πάντα βρίσκει ελλατώματα στους δικούς της απ'τη μια, ενώ να βλέπει προτερήματα και μια χαριτωμένη, 'άγια' ζωή για σχεδόν όλους τους άλλους.

26 Νοε 2011

Τα πάνω κάτω

Πριν δέκα και βάλε χρόνια είχα μετακομίσει ξανά στην Αθήνα για μεταπτυχιακό. Ήμουν τότε 24 χρονών και βρήκα για συγκάτοικο ένα κορίτσι την Εύα που ήταν τότε 18 και σπούδαζε γραφιστική. Δεν είχαμε πολλά κοινά, αλλά περνούσαμε καλά μαζί. Το σπίτι που μέναμε ήταν μεγάλο και πάντα γεμάτο με φίλους της Εύας ή δικούς μου. Σπάνια τύχαινε να καθόμαστε μόνες μια βραδυά μπροστά απ'τη tv. Καθημερινός επισκέπτης ήταν ο 20χρονος Ευρυπίδης, με τον οποίο η Εύα έκανε συχνά ομηρικούς καβγάδες, αλλά πάντα τα ξανάβρισκαν κι ήταν αγαπημένοι φίλοι. Εκείνος ήθελε κάτι παραπάνω από κείνη, αλλά η Εύα δεν πολυενδιαφερόταν, μάλλον τον εκμεταλλευόταν.

Εκείνη τη μέρα η Εύα είχε μόλις γυρίσει απ'την Κύπρο μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων. Δεν είχε και πολύ όρεξη να'ρθει γιατί τα μαθήματα στη σχολή της αργούσαν κάπως ν'αρχίσουν, αλλά επέμενε η μάνα της και ήρθε πίσω με μισή καρδιά. Εγώ είχα ραντεβού στα τυφλά με ένα τύπο. Το'χε κανονίσει μια παλιά συμφοιτήτρια και δέχτηκα να πάω γιατί μ'είχε γεμίσει περιέργεια η περιγραφή που μου έκανε γι'αυτόν. 

4 Νοε 2011

Γκρεμίζοντας το παρελθόν

Στη γειτονιά που μεγάλωσα βρίσκεται ένα σπίτι απέναντι, δίπλα απ'το γωνιακό. Αυτό παλιά άνηκε σε μια οικογένεια με 3 κορίτσια που ήταν πολύ πιο μεγάλα από μένα και πολύ όμορφα. Αυτά τα κόριτσια έχασαν τον πατέρα τους όταν ήμουν πολύ μικρή και ο θάνατος του ήταν η πρώτη μου 'επαφή' με το θάνατο που θα μου μείνει αξέχαστη. 
Πρέπει να ήμουν 8 ή 9 χρονών λοιπόν κι ένα πρωί Σαββάτου ή Κυριακής μάθαμε απ'τη θεία μου που έμενε δίπλα μας, ότι πέθανε ο Λάζαρος (ο πατέρας τον κοριτσιών) και ότι ήταν στο σπίτι του και θα πήγαιναν όλοι να τον δουν και να τον αποχαιρετήσουν. Η μάνα μου μέχρι εκείνη τη στιγμή με είχε κρατήσει μακριά από τέτοια θέματα, θεωρόντας ότι έτσι με προστατεύει. Όταν είχε πεθάνει λίγα χρόνια πριν μια θεία του πατέρα μου δε μας άφησε, εμένα και την αδελφή μου, να πάμε στην κηδεία. Από τότε μου είχε δημιουργηθεί μια έντονη περιέργεια για το τι είναι αυτό από το οποίο μας κρατάει μακριά η μάνα μου με τέτοιο έντονο και πεισματικό τρόπο και με την έμφυτη περιέργεια που με διακατείχε από παιδί έψαχνα να μάθω (προφανώς όχι ρωτώντας τη μάνα μου αφού δεν ήθελε να μου πει) τι ήταν αυτό το τόσο απαγορευμένο θέμα.

22 Οκτ 2011

Πως τα φέρνει η ζωή

Δίπλα απ'το πατρικό μου μένει ένα αντρόγυνο, η κυρία Μαρία κι ο κύριος Αναξαγόρας. Έχουν δυό παιδιά που είναι πολύ πιο μεγάλα από μένα και είχαν φύγει απ'το σπίτι από τότε που εγώ ήμουν ακόμα στο δημοτικό (δεν τους θυμάμαι ποτέ να μένουν στη γειτονιά). Η κυρία Μαρία λοιπόν είχε για χόμπυ μια καθημερινή ασχολία που οι πιο πολλοί από μας θεωρούμε αγγαρεία. 

Ήταν μια γεροδεμένη, ψηλή γυναίκα (ή τουλάχιστον έτσι μου φαινόταν εμένα όταν ήμουν κοριτσάκι) με αγέρωχο ύφος και περπάτημα, με κοντό φουσκωτό μαλλί και θυμάμαι ότι φορούσε κάτι καφέ ή σκούρο μπλε φορέματα με ρούχενη ζώνη σφικτά δεμένη στη μέση. Η παρουσία της ήταν επιβλητική και δεν περνούσε απαρατήρητη. Είχε μια δυνατή, στεντόρια φωνή και κάθε μεσημέρι και βράδυ που πηγαίναμε από νωρίς για ύπνο σαν παιδιά που ήμασταν, αυτή στεκόταν στην κουζίνα και έπλενε πιάτα μιλώντας δυνατά στον άντρα ή την αδελφή της που μένει ακριβώς δίπλα της απ'τα αριστερά (εμείς είμαστε απ'τα δεξιά της) κι ακούγοντας ραδιόφωνο στη διαπασών. 

 Προσπαθούσαμε εγώ κι η αδελφή μου να κοιμηθούμε αλλά που να τα καταφέρουμε με την φωνάρα της κυρα-Μαρίας να αντηχεί στ'αυτιά μας και το κτύπημα των πιάτων ακατάπαυστο; Της έκανε παράπονο η μάνα μου πως μας ενοχλεί με το θόρυβο που κάνει και η απάντηση που πήρε ήταν: "Μα είναι το χόμπυ μου να πλένω πιάτα, μ'ευχαριστεί αφάνταστα, τι να κάνω κυρία Ελένη μου;" Φυσικά η μάνα μου απάντησε αμέσως "Να τα πλένεις άλλες ώρες όχι την ώρα που πάνε τα παιδιά για ύπνο!" Σιγά μην την άφηνε να ευχαριστηθεί το πλύσιμο με την ησυχία της.

20 Οκτ 2011

Η βία ξεκινά απ'το σπίτι

Απόγευμα, μετά τη δουλειά και κάθομαι αμέριμνη και χαλαρή διαβάζοντας τα μπλογκ σας. Στο χαζοκούτι παίζουν πάλι τα ίδια και τα ίδια: οι κουκουλο-μπάτσοι να πετάνε ό,τι βρουν για να μην αφήσουν τον κόσμο να διαδηλώσει και η αστυνομία φυσικά να μην τους ακουμπά αφού εξυπηρετούν στην εντέλεια τον στόχο αυτών που τους έβαλαν.
Και ξαφνικά ακούγεται απ'τον διπλανό γείτονα ένα "σκατοπουτάνα" κτύπα της πόρτας του αυτοκινήτου και μαρσάρισμα. 
Ο δίπλα είναι Κύπριος παντρεμένος με Ρωσσίδα. Η οικογένεια αρκετά.. αντισυμβατική, 3 παιδιά από διαφορετικούς γονείς (1ο από Φιλιπινέζα μάνα και τον Κύπριο, 2ο από Ρώσσιδα μάνα και πατέρα και τρίτο απ'τη Ρωσσίδα και τον Κύπριο πατέρα) στοιβαγμένα 5 άτομα σε ένα σπιτάκι μικρό που μετά βίας θα χωρούσε 2 άτομα, με δυο μικρά υπνοδωμάτια - ιδέα δεν έχω πως τα βγάζουν πέρα. 
Και κάθε τρεις και λίγο καβγάδες τρικούβερτοι. Ουρλιακτά και βία στα παιδιά και μεταξύ τους. Αμέτρητες φορές αναρωτήθηκα αν πρέπει να επεμβούμε σαν γείτονες, αν πρέπει να ειδοποιηθεί το γραφείο Ευημερίας. Σε κουβέντες με άλλους γείτονες κατά καιρούς εκφράσανε κι εκείνοι τους ίδιους προβληματισμούς. Όμως μέχρι τώρα δεν έχουμε κάνει τίποτα ο καθένας για τους δικούς του λόγους. 

photo from crisis-support.helium.com
Πριν λίγους μήνες αυτός πρέπει να βρήκε λεφτά και ξεκίνησε να κτίζει τον πάνω όροφο στο σπίτι της μάνας του. Χάρηκα γιατί το σπίτι της είναι κάπως πιο μακριά από μας και δε θα τους είχαμε δίπλα ακριβώς. Όμως φαίνεται τους τέλειωσαν τα λεφτά γιατί οι εργασίες σταμάτησαν και το διαμέρισμα έμεινε ατέλειωτο.
Όση ώρα γράφω οι φωνές ακούγονται δυνατά και καθαρά. Προφανώς ο καβγάς έχει φουντώσει για τα καλά. Αναρωτιέμαι που είναι τα παιδιά κι αν έχουν πάει στη γιαγιά τους, να γλυτώσουν το ξύλο που έπεσε ή θα πέσει. Στεναχωριέμαι πολύ μ'αυτή την κατάσταση και νιώθω συνυπεύθυνη γιατί δεν κάνω κάτι για τα παιδιά. Όμως το δίλημμα μου είναι ακόμα κι αν επεμβούν οι κοινωνικές υπηρεσίες θα είναι για το καλύτερο; Αν αποφασιστεί να απομακρυνθούν από το σπίτι τους πως θα τους επηρεάσει αυτό; Ειλικρινά δεν έχω ιδέα. 
Εσείς τι θα κάνατε; Πως θα αντιδρούσατε; Θα κλείνατε τα αυτιά; Θα δρούσατε;

photo from http://forcoloredgurls.com/2010/10/domestic-violence-awareness-month-2010/

24 Μαΐ 2011

Το παγωτάρικο

Όταν ήμουν μικρή λάτρευα όπως έχω ήδη πει εδώ τα γλυκά (και τώρα τα λατρεύω φυσικά, αλλά τα αποφεύγω όσο μπορώ) και φυσικά ειδικά το καλοκαίρι με τη ζέστη είχαν την τιμητική τους τα παγωτά. 

Η πιο μαγική στιγμή το απόγευμα ήταν όταν θα ακουγόταν η μουσική του παγωτάρη* και αφού πέρναμε απ'τη μάνα μας το απαίρητο τετρασέλινο (4σελίνια κόστιζε τότε, αν θυμάμαι καλά - πριν έρθουν τα σεντ στη λίρα και πριν το ευρώ) τρέχαμε τα παιδιά της γειτονιάς να τον σταματήσουμε φωνάζοντας ή και ουρλιάζοντας αν πιστεύαμε ότι δεν θα τον προλαβαίναμε, "Κύριε-Κύριε-Κύριεεεεεεεε" για να μας ακούσει και να σταματήσει να πάρουμε παγωτό. 

Έπρεπε να'σουν γρήγορη πολύ κι εσύ κι η μάνα σου για να προλάβεις να πας να σου δώσει λεφτά και να γυρίσεις να κυνηγήσεις τον παγωτάρη πριν φύγει γι'άλλη γειτονιά. Φυσικά πουλούσαν παγωτό κι αλλού, αλλά ήταν μακριά απ'τη γειτονιά κι έπρεπε να μας πάρει κάποιος μεγάλος. Εναλλακτικά είχε παγωτό κι η κυρία Πρασινάδα, αλλά απ'τη μια κινδύνευες να φας ληγμένο και απ΄την άλλη δεν είχε μεγάλη ποικιλία, ούτε ήταν φρέσκο το παγωτό της όπως του παγωτάρη.

Εγώ έπαιρνα παγωτό βανίλια βουτηγμένο στη σοκολάτα ή στο σιρόπι φράουλας. Τώρα το θυμάμαι και τρέχουν τα σάλια μου :) 

http://icecreampictures.org/Ice-Cream-Van.html
Αφορμή γι'αυτό το ποστ στάθηκε η μουσικούλα του παγωτάρη που έφτασε σ'αυτιά μου ένα απόγευμα την προηγούμενη εβδομάδα και ξύπνησε μέσα μου αναμνήσεις και νοσταλγία. Τόσο που ήμουν έτοιμη να πάω στη μάνα μου να της ζητήσω όπως παλιά λεφτά για να πάρω παγωτό!

Γιατί η μουσική του παγωτάρη είναι συνδεδεμένη με τόσα καλοκαίρια, με παιχνίδια και χαρά που προκάλεσε άθελα της την ίδια αντίδραση που προκαλούσε και πριν τόσα χρόνια - κάτι σαν εξαρτημένο αντανακλαστικό κατάντησα σαν το σκυλί του Παβλόφ κι εγώ! lol

ΥΓ. να εδώ ένα σχετικό βίντεο κι άλλο ένα

*για όσους δεν ξέρουν, ο παγωτάρης έχει ένα αυτοκίνητο ειδικά διαμορφωμένο για να φτιάχνει παγωτό που μένει παγωμένο με τη μηχανή του αυτοκινήτου και περνά απ'τις γειτονιές και πουλά παγωτό, όπως στις φωτογραφίες πιο πάνω

24 Μαρ 2011

Η κυρία Πρασινάδα κι ο κύριος Ιούλιος

Όταν ήμουν μικρή στη γειτονιά υπήρχε ένα μπακάλικο. Το είχε η κυρία Πρασινάδα και ο κύριος Ιούλιος. Ο κύριος Ιούλιος ήταν σγουρομάλλης με καλοσυνάτα μάτια και πάντα χαμογελούσε. Ευγενικός όσο δεν παίρνει και εξυπηρετικός σε όλους, μικρούς και μεγάλους. Το σημαντικότερο χουβαρτάς άνθρωπος, χορτασμένος.

Η γυναίκα του ήταν η κυρία Πρασινάδα ήταν ακριβώς το αντίθετο (δεν την έλεγαν έτσι, αλλά πιστέψετε με το όνομα της δε διαφέρει και πολύ!). Σκούρο καστανό μαλλί φουσκωτό μαζεμένο πίσω σ'ένα τεράστιο κότσο, σκυθρωπή, αγενής, απότομη, με μια τσιριχτή φωνή και το σημαντικότερο τσιγκούνα όσο δεν παίρνει άλλο. Μετρούσε και ξαναμετρούσε τα λεφτά, αφού ήταν επί της οικονομικής διαχείρησης του μπακάλικου. Όλα τα πράγματα στο μπακάλικο είχαν αρκετά τσιμπημένες τιμές σε σχέση με τις υπεραγορές για να βγάζει  κέρδος το μαγαζί.

Θυμάμαι το χώρο πάντα σκοτεινό, τα ράφια μισοσκονισμένα και στο βάθος κοντά στα ψυγεία με τα τυριά και τα σαλάμια μια μεγάλη μηχανή που έκοβε το ζαμπόν. Τότε δεν είχε συσκευασμένο και έπρεπε να πεις στον κύριο Ιούλιο πόσο ήθελες για να το κόψει, να το ζυγίσει και να το τυλίξει σε μια λαδόκολα.  Tα όσπρια τα έβαζε με τη σέσουλα και τα ζύγιζε με μια παλιά ζυγαριά με βαρίδια. Στο πιο κοντινό ράφι στο ταμείο ήταν οι αγαπημένες σοκολάτες των παιδιών. Όπου κι αν πήγαινες μες το μαγαζί από αυτό θα περνούσες, δεν είχες επιλογή. 

Είχε κάτι τσίχλες (πίσσες στα κυπριακά) που τις λέγαμε 'μαύρες πίσσες' γιατί είχαν ένα χρώμα σκουρομπλε και ενώ ήταν αρχικά πολύ σκληρές, όταν τις μασούσες  γίνονταν μαλακές και μυρωδάτες. Θυμάμαι ακόμα και το περιτύλιγμα που είχε μαύρες, κίτρινες και άσπρες ρίγες σε σχήμα V. Η κάθε μια πίσσα ήταν από μόνη της τυλιγμένη σαν καραμέλα και κόστιζε 1 γρόσι (πριν αλλάξει η διαίρεση της λίρας σε σεντ). Ήμουν πρώτη δημοτικού νομίζω και συχνά μόνο 1 γρόσι είχα για να αγοράσω κάτι από το μπακάλικο, γιατί το τετρασέλινο μου το έτρωγα στην κατίνα του σχολείου. Έτσι έτρωγα συχνά μαύρη πίσσα. Η γεύση της ασυναγώνιστη. Όσες γεύσεις κι αν βγουν τη γεύση της δεν έχω βρει ποτέ, πουθενά δυστυχώς.

Από το μπακάλικο δεν ψωνίζαμε συχνά γιατί είχε ψηλές τιμές. Μόνο αν ξέμενε η μάνα μου από κάτι με έστελνε να της πάρω λίγα πράγματα. Αυτό το ήξερε η κυρία Πρασινάδα και  μας στραβοκοιτούσε όποτε μας έβλεπε με τις σακούλες της υπεραγοράς. Πολλές φορές ο πατέρας μου τις έκρυβε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου γιατί μετά ό,τι μας έδινε ήταν μπαγιάτικο. Δεν είχαν και ημερομηνίες λήξης τα προϊόντα και έκοβε κι έραβε η Πρασινάδα. 

Αν ήταν στο ταμείο ο κύριος Ιούλιος και δεν έφταναν τα λεφτά που μου έδινε η μάνα μου, μου έλεγε 'δεν μπειράζει τα φέρνεις την άλλη φορά' και έφευγα με το κεφάλι ψηλά. Έλα όμως που τις περισσότερες φορές στο ταμείο ήταν η κυρά Πρασινάδα που δε σήκωνε κάτι τέτοια. Αν μου έλειπε έστω κι ένα σεντ με έστελνε πίσω στη μάνα μου να το φέρω, αλλιώς δε μου έδινε τα ψώνια. Κι αυτό το έκανε κάθε φορά. Με κοίταγε πάνω απ'τα γυαλιά της και με βλοσυρό βλέμμα μου έλεγε 'να πας στη μάνα σου να σου δώσει τα 2 σεντ να μου τα φέρεις'. Ήμουν μικρή τότε και τη φοβόμουν, παράταγα λοιπόν τα ψώνια και έτρεχα να πάρω 1-2 σεντ να της τα δώσω. Μια φορά  μετά που είχα μεγαλώσει λίγο, τόλμησα να της πω ότι θα της τα πάρω την άλλη φορά και μόνο που δε μου έβγαλε τα μάτια με το ύφος της. Όχι! ήταν η κατηγορηματική απάντηση. Δε σήκωνε κουβέντες η κυρία Πρασινάδα και δε δεχόταν βερεσέδια από περιστασιακούς πελάτες σαν εμάς.

Με τον καιρό δεν ήθελα να πηγαίνω να ψωνίζω κοντά της. Είχα άγχος ότι θα με στείλει πίσω στη μάνα μου άπραγη, για να πάρω τα σεντ που υπολοίπονταν. Ζητούσα απ'τη μάνα μου να μου δίνει πιο πολλά για να μην υπάρχει τέτοιο θέμα, αλλά πάντα μου έδινε ψιλά και μπορεί να λιμπιζόμουν καμιά σοκολατίτσα και να μην αρκούσαν. (Από τότε μου έμεινε ένα είδος φοβίας ότι όταν πάω κάπου δε θα έχω το ακριβές ποσό να πληρώσω και θα με στείλουν στη μαμά μου. Έτσι φροντίζω πάντα να έχω στο πορτοφόλι μου αρκετά λεφτά, για να μην μου τύχει κάτι τέτοιο. Κάμια σπάνια φορά που θα έχω μαζί μου μόνο το ποσό που χρειάζεται για κάτι, πάω στο περίπτερο με άγχος μπας και ανέβηκε η τιμή και δεν έχω να πληρώσω.)

Λόγω της ακρίβειας τα μεγάλα σουπερμάρκετ έφαγαν σιγά-σιγά την πελατεία κι η κα Πρασινάδα γύρευε αγοραστή να πουλήσει όλο το μπακάλικο με την πραμάτεια του. Ο κύριος Ιούλιος ο καημένος δεν ήθελε να το πουλήσει γιατί ήταν ακόμα νέος και το αγαπούσε, το πονούσε το μπακάλικο αφού είχε περάσει όλη του τη ζωή εκεί μέσα. Δεν ήθελε και να κάθεται αφού είχε μάθει μια ζωή να δουλεύει. Φυσικά δεν πέρασε το δικό του και το πούλησε η κα Πρασινάδα σε μια άλλη γειτόνισσα. Το μαγαζί ήταν ιδιόκτητο κι έτσι πήρε ένα γερό ποσό για κομπόδεμα, κι απ'την άλλη είσπραττε και τα ενοίκια. Μια χαρά τα κατάφερε με την καπατσοσύνη της. 

Στο τέλος το μπακάλικο το 'κλεισε η άλλη γειτόνισσα που δεν τα έβγαλε πέρα με τίποτα γιατί οι τιμές ήταν στα ύψη κι η πελατεία μικρή. Άσε που τα ληγμένα προϊόντα έκαναν χωρό στα ράφια. Το δωσε κι η κυρά Πρασινάδα σε ένα κορίτσι κι από μπακάλικο το μετάτρεψε σε σπα! Ναι ναι σε σπα και μια χαρά δουλεύει σας πληροφορώ. Εισπράττει τα νοίκια κι η Πρασινάδα και είμαι σίγουρη γελούν και τα μουστάκια της.

Κι όλο μ' αφήνεις να σ' αφήσω

Ένα κείμενο που γράφτηκε, προγραμματίστηκε και μπήκε στη φορμόλη, για να φυλαχθεί.  Δεν χρειάζεται να πω, ούτε να πείσω, ούτε καν να πληροφο...