Πριν κάποια χρόνια είχε γίνει έκθεση βιβλίου στη Λεμεσό. Είχαν καλέσει να μιλήσει μια 'μεγάλη' συγγραφέα που θαυμάζω και πήγαμε μαζί με μια φίλη να πάρουμε βιβλία και να την ακούσουμε. Όταν φτάσαμε ο χώρος που θα γινόταν η ομιλία ήταν ήδη μισογεμάτος και έτσι καθίσαμε κάπως μπροστά, κοντά στο τραπέζι που ήδη καθόταν η 'μεγάλη' συγγραφέας. Μέσα μου είχα ένα έντονο ενδιασμό γιατί ξέρω πως οι συναντήσεις πρόσωπο με πρόσωπο με άτομα που θαυμάζεις από μακριά συνήθως σε ετοιμάζουν για απογοητεύσεις. Προσπάθησα να κρατήσω ανοιχτό μυαλό όμως.
Η ώρα πέρασε και ξεκίνησε η ομιλία. Η δική της ήταν εξαιρετικά σύντομη και περιεκτική, καθόλου κουραστική. Μετά δέκτηκε ερωτήσεις που ως επί τω πλείστω ήταν κουραστικές, ανούσιες και τετριμμένες. Τίποτα πρωτότυπο ή νέο ή διαφορετικό.
Αυτό που μπορείς να παρατηρήσεις σε τέτοιες στιγμές δεν είναι τα λόγια που έτσι κι αλλιώς έχουν ξαναειπωθεί και θα ξαναματαειπωθούν πολλές φορές, αλλά η εξω-λεκτική συμπεριφορά, η λεγόμενη 'γλώσσα του σώματος'. Κι ίσως ενδόμυχα αυτός να'ταν και ο λόγος που ήθελα να τη δω από κοντά, όχι τόσο το τι είχε να πει, αφού αυτό το'χα διαβάσει αρκετές φορές μέσα απ'τα βιβλία της. Το σώμα της λοιπόν έλεγε κάτι διαφορετικό απ'τη γλώσσα της. Ενώ μιλούσε κοιτούσε αδιάφορα από δω κι από κει και φαινόταν να περιμένει να τελειώσει η όλη παρουσίαση όσο το δυνατό συντόμοτερα. Σε μια φάση χασμουρήθηκε. Όταν η ομιλία και οι ερωτήσεις τέλειωσαν κατέβηκε κάτω στην έκθεση βιβλίου και περιφερόταν ανάμεσα στα βιβλία. Κόσμος την προσέγγιζε και της μιλούσε. Μου έκανε τρομερή εντύπωση το πόσο βαριεστημένα τους αντιμετώπιζε, μ' ένα αδιάφορο χαμόγελο και το βλέμμα αλλού συνεχώς.

















