Μ’ έκανε να ονειρεύομαι αυτό το βλέμμα του. Τον έβλεπα όμορφα όνειρα τα βράδια. Τρέχαμε οι δυο μας σε λιβάδια, κολυμπούσαμε στη θάλασσα, γελούσαμε. Ήταν χαρούμενος πάντα στα όνειρα μου. Ήταν γλυκός, ευγενικός. Ήταν όλα όσα του έλειπαν όταν τον συναντούσα.
Ήθελα τόσο πολύ να του μιλήσω. Να τον αγγίξω επιπόλαια, τυχαία. Ήθελα να βυθιστώ στα μάτια του και να χαθώ. Ήθελα να μάθω τι κρυβόταν πίσω από κείνο το βλέμμα, το γεμάτο λύπη.
Τίποτα δεν έκανα όμως. Απλά τον κοίταγα από μακριά σαν περνούσε. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί κανένα παιδί δεν τον κάλεσε στα παιχνίδια μας. Ποτέ δεν ρώτησα. Ήταν σαν να μην ήθελα να μάθω. Ήταν λες και προτιμούσα, χωρίς να το συνειδητοποιώ, να είμαι γοητευμένη απ’ το μυστήριο του. Η παρουσία του γέμιζε τα βαρετά, ζεστά, καλοκαιρινά απογεύματα.
Όταν ήρθε το φθινόπωρο και ξεκίνησαν τα σχολεία χάθηκε απ’ τη γειτονιά. Δεν τον έβλεπα καθόλου πια. Αναρωτιόμουν τι είχε συμβεί αλλά πάλι δεν ήθελα να ρωτήσω κανένα. Ήθελα να τον σκέφτομαι μόνο και να πλάθω ιστορίες στο μυαλό μου.
Ένα πρωί, με τις πρώτες σταγόνες της βροχής να πέφτουν σιωπηλά σα δάκρυα στα τζάμια της τάξης, άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο διευθυντής του σχολείου. Πίσω του, μ’ ένα στραβό χαμόγελο που καθόλου, μα καθόλου δεν του ταίριαζε ήταν εκείνος. «Παιδιά αυτός είναι ο νέος σας συμμαθητής, ο Γιώργος» είπε κι έμεινα να κοιτάω. Προχώρησε προς τη μεριά μου και πριν προλάβω να αντιδράσω ακούμπησε τη σάκα του στο θρανίο και κάθισε δίπλα μου.
